Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Τα φύλα στη λογοτεχνία: "Το Νησί" της Victoria Hislop


4Ο Γενικό Λύκειο Χαλκίδας                                                    Σχολ. έτος 2011-2012
Νεοελληνική Λογοτεχνία Α’ Λυκείου
Γραπτή δοκιμασία  Α’ Τετραμήνου (Δίωρη)
(Με βάση την εγκύκλιο 124679/Γ2//01-11-2011 του Υπουργείου Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων)

Ι. Κείμενο

Ένα βράδυ του Φεβρουαρίου, έξι μήνες μετά την έναρξη των εβδομαδιαίων νυχτερινών εξόδων, ο Μανόλης πήγε να βρει το Γιώργο στο καφενείο. Ο γέρος καθόταν μόνος του και διάβαζε την τοπική εφημερίδα. Σήκωσε το βλέμμα του καθώς τον  πλησίαζε ο Μανόλης, με ένα σύννεφο καπνού να στροβιλίζεται πάνω από το κεφάλι του.
«Γιώργη, μπορώ να καθήσω;» τον ρώτησε ο Μανόλης ευγενικά.
          «Ναι», απάντησε ο Γιώργης ευγενικά, επιστρέφοντας στην εφημερίδα του. «Δεν είναι δικό μου το μαγαζί, σωστά:»
          «Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Θέλω να παντρευτώ την κόρη σου. Δέχεσαι;»
          Ο Γιώργης δίπλωσε την εφημερίδα προσεκτικά και την άφησε στο τραπέζι. Ο Μανόλης νόμισε ότι πέρασε μια αιωνιότητα πριν του μιλήσει.
          «Αν δέχομαι; Φυσικά και δέχομαι. Γυροφέρνεις το ωραιότερο κορίτσι του χωριού εδώ και πάνω από έξι μήνες – κι έλεγα ότι δε θα τη ζητούσε ποτέ. Καιρός ήταν!»
          Η καυχησιάρικη απάντηση του Γιώργη έκρυβε την απεριόριστη χαρά του. Όχι μόνο η μία αλλά και οι δύο κόρες του θα ήταν τώρα μέλη της πιο δυνατής οικογένειας στην περιοχή. Δεν υπήρχε ξιπασιά στην καρδιά του, παρά μόνο απόλυτη ανακούφιση και ευχαρίστηση που εξασφαλιζόταν πλέον το μέλλον και των δύο. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να ελπίζει ένας πατέρας για τα παιδιά του, ειδικά ένας πατέρας που ήταν ένας απλός ψαράς. Πίσω από το κεφάλι του Μανόλη, μέσα από το μισόκλειστο παράθυρο του καφενείου, έβλεπε τα φώτα της Σπιναλόγκας να σπινθηροβολούν. Μακάρι η Ελένη να μπορούσε να μοιραστεί αυτή τη στιγμή.
          Άπλωσε το χέρι του για να σφίξει το χέρι του Μανόλη, και προς στιγμήν έχασε τα λόγια του. Η έκφρασή του έλεγε αρκετά.
          «Σ’ ευχαριστώ. Θα την προσέχω, αλλά μεταξύ μας, θα σε προσέχουμε κι εσένα», είπε ο Μανόλη, ξέροντας καλά τη μοναξιά στην οποία θα έριχνε τον πατέρα της ο γάμος της Μαρίας.
          «Ε! Χρειαζόμαστε την καλύτερη τσικουδιά σου!» φώναξε στο Λιδάκη. «Έχουμε γιορτή εδώ. Είναι θαύμα. Δεν είμαι πια ορφανός!»
          «Τι λες;» είπε ο Λιδάκης, φέροντας νωχελικά ένα μπουκάλι και δυο ποτήρια, συνηθισμένος πλέον στα  λογοπαίγνια του Μανόλη.
          «Ο Γιώργης δέχτηκε να γίνει πεθερός μου. Θα παντρευτώ τη Μαρία!»
          Υπήρχαν μερικοί ακόμη στο καφενείο εκείνο το βράδυ, και πριν το μάθει το ίδιο το κορίτσι, οι άντρες του χωριού έπιναν στο μέλλον του με τον Μανόλη.
          Αργότερα εκείνη τη νύχτα, όταν ο Γιώργης επέστρεψε στο σπίτι, η Μαρία ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο. Καθώς ο πατέρας της περνούσε την πόρτα, κλείνοντάς τη γοργά για να κρατήσει τον άνεμο του Φεβρουαρίου έξω και τη ζεστασιά της φωτιάς μέσα στο σπίτι, παρατήρησε μια ασυνήθιστη έκφραση στο πρόσωπό του. Ήταν πλημμυρισμένο από ενθουσιασμό και χαρά.
          «Μαρία», είπε, απλώνοντας τα χέρια του για να της πιάσει τα μπράτσα, ο Μανόλης ζήτησε να σε παντρευτεί».
          Για μια στιγμή, έσκυψε το κεφάλι της, με την ευτυχία και την οδύνη ανακατεμένες σε ίση ποσότητα. Ο λαιμός της συσπάστηκε.
          «Τι απάντησες του έδωσες;» τον ρώτησε ψιθυριστά.
          «Αυτή που θα ήθελες να του δώσω. Ναι, φυσικά!»
          Σε ολόκληρη τη ζωή της η Μαρία δεν είχε νιώσει αυτό το ανοίκειο μείγμα συναισθημάτων. Η καρδιά της ήταν ένα τσουκάλι με υλικά που αρνούνταν να αναμειχθούν. Το στήθος της σφίχτηκε από την αγωνία. Τι ήταν αυτό; Ποια ευτυχία μπορεί να μοιάζει τόσο με τη ναυτία; Όπως ακριβώς δεν μπορούσε να φανταστεί τον πόνο του άλλου, η Μαρία δεν ήξερε πώς είναι η αγάπη για κάποιον άλλο. Ήταν αρκετά σίγουρη ότι αγαπούσε Μανόλη. Με τη χάρη και το πνεύμα του, δεν ήταν κάτι δύσκολο. Αλλά ολόκληρη ζωή μαζί του; Ένα λεφούσι από έγνοιες άρχισε να την τρώει. Τι θα γινόταν ο πατέρας της; Εξέφρασε τις ανησυχίες της αμέσως.
          «Είναι υπέροχο, πατέρα» είπε. «Είναι πραγματικά υπέροχο, αλλά τι θα γίνει με σένα; Δεν μπορώ να σε αφήσω εδώ, μόνο σου».
          «Μην ανησυχείς για μένα. Μπορώ να μείνω εδώ – δεν θέλω να φύγω από την Πλάκα. Έχω ακόμη πάρα πολλά να κάνω εδώ.»
          «Τι εννοείς;» τον ρώτησε, αν και ήξερε ακριβώς τι εννοούσε ο πατέρας της.
          «Τη Σπιναλόγκα. Το νησί με χρειάζεται ακόμη – και όσο μπορώ να πηγαίνω εκεί με τη βάρκα μου, θα το κάνω. Ο γιατρός Λαπάκης βασίζεται πάνω μου, το ίδιο και όλοι οι νησιώτες.»


Victoria Hislop  Το Νησί εκδόσεις διόπτρα Αθήνα 1102010, σσ. 262-265






ΙΙ. Θέματα - Ερωτήσεις



·         Ερώτηση κατηγορίας (1α)
Οι κεντρικοί λογοτεχνικοί χαρακτήρες (ήρωες) του αποσπάσματος είναι ο Μανόλης, ο Γιώργης και η Μαρία.
Κάνοντας συγκεκριμένες αναφορές στο κείμενο να παρουσιάσετε (χαρακτηρίσετε) τους δύο από τους τρεις.
                                                                                                                                        Μονάδες   25
·         Ερώτηση κατηγορίας (1β)

Στο απόσπασμα ένας νέος,  ο Μανόλης, «ζητά το χέρι της Μαρίας» από το Γιώργη, τον πατέρα της. Η ενέργεια αυτή, με τον τρόπο που παρουσιάζεται, σε ποια σημεία συμφωνεί και σε ποια σημεία διαφέρει από τη νοοτροπία μιας μικρής κοινωνίας στην ελληνική επαρχία του 1950;
                               Μονάδες 25

Να συγκρίνετε τη διαδικασία «πρότασης γάμου» με ανάλογες σημερινές. Να εξετάσετε τρεις εναλλακτικές περιπτώσεις (αστική κοινωνία, αγροτική κοινωνία).
                               Μονάδες 25

·         Ερώτηση κατηγορίας (2α)

Να αφηγηθείτε το απόσπασμα
«Ένα βράδυ του Φεβρουαρίου, έξι μήνες μετά την έναρξη των εβδομαδιαίων νυχτερινών εξόδων, ο Μανόλης πήγε να βρει το Γιώργο στο καφενείο.» ( …  ) «Υπήρχαν μερικοί ακόμη στο καφενείο εκείνο το βράδυ, και πριν το μάθει το ίδιο το κορίτσι, οι άντρες του χωριού έπιναν στο μέλλον του με τον Μανόλη.»
 από την οπτική γωνία του Μανόλη: Αφηγητής γίνεται ο Μανόλης.
Μονάδες 25

·         Ερώτηση κατηγορίας (2β)

Η Μαρία το ίδιο βράδυ που ο πατέρας της της ανακοινώνει ότι αποδέχτηκε την πρόταση που του έκανε ο Μανόλης να την παντρευτεί γράφει στο ημερολόγιό της (τουλάχιστον 250 λέξεις).

    Μονάδες  25

                                                                                                            Καλή επιτυχία

                                                                                                Χαλκίδα 30   Νοέμβρη   2011






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου